Αρχείο


Ένθετο τέχνης 123

Ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας

Ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας

 

Σὲ νησίδα τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, στὸ γραφικὸ ψαροχώρι τῆς Κορωνησίας,διατηρεῖται μέχρι τὶς μέρες μας βυζαντινὸς ναός, ἄλλοτε καθολικὸ σπουδαίας μονῆς, ἀφιερωμένος στὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, γνωστὸς ὡς Παναγία τῆς Κορωνησίας ἢ Κορακονησίας. Ἡ μονή, μνημονευόμενη ἤδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1193, ἔπαψε νὰ ὑφίσταται πρὸς τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα. Ἀπὸ τὴν παλαιὰ μονὴ σώζεται μόνο τὸ καθολικό. Σήμερα λειτουργεῖ ὡς ἐνοριακὸς ναὸς τῆς μικρῆς κοινότητας τοῦ νησιοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιότερους ναοὺς τῆς βυζαντινῆς Ἄρτας καὶ ἡ πρώτη ἐπιστημονικὴ δημοσίευσή του ἔγινε ἀπὸ τὸν ρέκτη ἀκαδημαϊκὸ Ἀναστάσιο Ὀρλάνδο μόλις τὸ 1969, ὁ ὁποῖος χρονολόγησε τὸ καθολικὸ στὰ τέλη τοῦ 10ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα.

Τὸ λατρευτικὸ αὐτὸ κτίσμα ὑπέστη κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακραίωνης παρουσίας του στὸν ἀνθρώπινο χωροχρόνο ἀρκετὲς δομικὲς ἐπεμβάσεις, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. Ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν σταυροειδῶν ἡμιεγγεγραμμένων ναῶν· ἀρχιτεκτονικὸ τύπο σχετικὰ σπάνιο, τόσο στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, ὅσο καὶ στὸν εὐρύτερο ὀρθόδοξο. Τὰ λίγα παραδείγματα ἐκκλησιῶν, ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἰδιόρρυθμη ἀρχιτεκτονικὴ διάταξη, ἔχουν τὸ ἀνατολικὸ σκέλος τοῦ σταυροῦ νὰ διαγράφεται ἐλεύθερο, δηλαδὴ ὁ χῶρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος δὲν εἰσέρχεται μὲ ὅλο τὸ πλάτος του ἐντὸς τοῦ σταυρικοῦ τετραγώνου, ἐνῶ τὸ δυτικό, ἀντίθετα, ἐγγράφεται κανονικὰ σὲ ὀρθογώνιο, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καὶ στοὺς σταυροειδεῖς ἐγγεγραμμένους ναούς. Ὡστόσο, ἡ Παναγία τῆς Κορωνησίας ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὸν κάνονα, ποὺ θέλει οἱ ναοὶ τοῦ τύπου αὐτοῦ νὰ ἔχουν μόνο μία ἁψίδα ἐξωτερικά –αὐτὴ τοῦ ἀνατολικοῦ σκέλους– καθὼς διαθέτει ἐπιπλέον ἄλλες δύο τεταρτοκυκλικὲς κόγχες ἑκατέρωθεν αὐτῆς.

Βορειοανατολικὰ τοῦ καθολικοῦ προστέθηκε, πιθανῶς στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ., τὸ κωδωνοστάσιο τῆς μονῆς, τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ χρήση ἀκόμη καὶ σήμερα. Ἐπιχρισμένο, διαιρεῖται σὲ τρεῖς κατὰ ὕψος ζῶνες καὶ ἀπολήγει στὸ ἐπάνω μέρος τῆς ἀνώτατης ζώνης σὲ τρία μικρὰ ὀξυκόρυφα ἀετώματα ἐπὶ τοῦ βαθμιδωτοῦ γείσου τῆς μιᾶς μακριᾶς πλευρᾶς καὶ σὲ ἕνα ἀντίστοιχα, σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο στενὲς πλευρές του. Ἡ ζώνη αὐτὴ στὸ μέσο της διατρυπᾶται ἀπὸ τοξωτὸ ἄνοιγμα, ἀπ' ὅπου κρέμεται ἡ καμπάνα. Ἡ μορφή του μᾶς θυμίζει ἐποχὴ τοῦ μπαρὸκ καὶ μοιάζει ἀρκετὰ μὲ τὰ ἑπτανησιακὰ καμπαναριά.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος, «Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ Μονὴ Παναγίας τῆς Κορακονησίας», ΑΒΜΕ 11 (1969). Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ εἰς τὴν δυτικὴν στερεὰν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἤπειρον, ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 7ου μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 10ου αἰῶνος, ΚΒΕ, Θεσσαλονίκη 1975. Βαρβάρα Παπαδοπούλου, Ἡ Βυζαντινὴ Ἄρτα καὶ τὰ μνημεῖα της, Ἀθήνα 2002.

ΧΑΡΟΥΛΑ ΚΑΛΛΙΑΝΤΖΗ

Όλα τα ένθετα τέχνης: