Αρχείο


Ένθετο τέχνης 92

Η εικονογράφηση της Παλαιάς Επισκοπής της Τεγέας από τον Αγήνορα Αστεριάδη

ένθετο τέχνης

Η Παλαιά Επισκοπή της Τεγέας αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ανήκει στον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς ρυθμού με τρούλο. Αφού αναστηλώθηκε το 1884-1888 με βάση τα σχέδια του Ernst Ziller, ζωγραφίστηκε από το 1936 ως το 1939 από το σημαντικό νεοέλληνα ζωγράφο Αγήνορα Αστεριάδη. Το εικονογραφικό πρόγραμμα είναι το τυπικό καθιερωμένο πρόγραμμα των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων και περιλαμβάνει κυρίως σκηνές χριστολογικού κύκλου στον κυρίως ναό και σκηνές από το Βίο της Θεοτόκου στο νάρθηκα. (Βλ. σχετικές πληροφορίες, Αι. Πατσουμά, «Εκκλησιαστική Ζωγραφική», στο Αγήνωρ Αστεριάδης, Ζωγραφική-Χαρακτική, εκδ. Δήμου Αθηναίων, σσ. 31-33).

Η εικονογράφηση αυτή του ιστορικού μνημείου είναι, κατά τη γνώμη μας, σημαντική όχι τόσο για εικονογραφικούς (θεματολογικούς) λόγους, όσο για τεχνοτροπικούς. Ο Αστεριάδης με το τοιχογραφικό αυτό σύνολο –που είναι από τα σημαντικότερα έργα του– καταθέτει μια πρόταση τεχνοτροπική που αξίζει να παρουσιαστεί και να σχολιαστεί.

Ο Αστεριάδης κατά κανόνα δεν ξεφεύγει από τη βυζαντινή παράδοση σε συνθετικό επίπεδο. Ακολουθεί τον καθιερωμένο τρόπο ανάπτυξης των θεμάτων με την κάθετη διευθέτηση των στοιχείων στο χώρο και την απουσία ζωγραφικού βάθους. Χτίζει τις ολιγοπρόσωπες και λιτές συνθέσεις του με ευανάγνωστο και εναργή τρόπο και σε σχεδιαστικό αλλά και σε χρωματικό επίπεδο, όπου θεωρούμε ότι αναφέρεται και μία από δύο μεγάλες «καινοτομίες» του. Χρησιμοποιεί το χρώμα, κατά τη βυζαντινή τάξη, ως δομικό στοιχείο και όχι διακοσμητικά. Έτσι πλάθει με το χρώμα τις μορφές του και δεν τις επενδύει με αυτό για διακοσμητικούς ή ερμηνευτικούς λόγους. Με ιδιαίτερα σεμνούς και γλυκείς προπλασμούς δημιουργεί ένα σύστημα σοφών αντιστίξεων που καθεαυτές παράγουν πλαστικότητα και αίσθημα ρυθμού πάνω στην επιφάνεια. Στη συνέχεια όμως ο Αστεριάδης εγκαταλείπει τη χρωματική λογική των Βυζαντινών και συνήθως δεν πλάθει το χρώμα με την ανέλιξη των προπλασμών προς το λευκό ψιμύθι. Προτιμά να γράψει με δυνατά σκούρα τα τοπικά χρώματα των προπλασμών αποδίδοντας «αρνητικά», θα λέγαμε, τον όγκο των εικονιζομένων πραγμάτων.

Η δεύτερη «καινοτομία» του εστιάζεται στο σχεδιασμό των προσώπων αλλά και της φόρμας των λαμάτων των ενδυμάτων. Εδώ ο Αστεριάδης επιχειρεί μια πιο ρεαλιστική διαχείριση των χαρακτηριστικών των εικονιζομένων. Έτσι, όσον αφορά στα πρόσωπα, σχεδιάζει προσπαθώντας να αποδώσει πιο εξατομικευμένες μορφές, αποφεύγοντας την τυποποίηση που συχνά παρατηρείται στα μεταβυζαντινά κυρίως σύνολα. Σε καμμία όμως περίπτωση δεν επιχειρεί μια καταγραφή συναισθηματισμού που θα τον μετακινούσε σε μια διαφορετική εικαστική φιλοσοφία. Οι μορφές του, παρότι αρκετά ρεαλιστικές, διατηρούν τη βυζαντινή «απάθεια» και δε χάνουν τη λειτουργική τους διάσταση. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και το πλάσιμο των ενδυμάτων όπου απλουστεύει τις φόρμες, καταργώντας σε πολλές περιπτώσεις τα καθαρά περιγεγραμμένα βυζαντινά φώτα. Η αντιμετώπιση όμως αυτή παράγει σχετική εικαστική νωθρότητα, που δεν ευνοεί την κοινωνία εικόνας και θεατή. Η εικόνα μοιάζει να μένει σχετικά αδρανής και δεν φτάνει να αγγίξει τον θεατή.

Το εικονογραφικό εγχείρημα του Αστεριάδη είναι για μας σημαντικό, δείχνοντας ότι η διεύρυνση της βυζαντινής εικαστικής παράδοσης είναι εφικτή, χωρίς υποχρεωτικά να χαθεί το λειτουργικό ήθος της εκκλησιαστικής ζωγραφικής και ο ιεροπρεπής χαρακτήρας της.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΗΣ

Όλα τα ένθετα τέχνης: